ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΟΜΠΑΪΔΗ

Ομιλία του Δημήτρη Τομπαΐδη, Ομότιμου Καθηγητή του ΑΠΘ, στην πανηγυρική συνεδρίαση του 5ου Συνεδρίου του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών με τίτλο «Το μέλλον της Ποντιακής Διαλέκτου», που έγινε στην Κατερίνη στις 8-10 Μαϊου 2009.
Κύριε πρόεδρε,
Μέσα στο πνεύμα της σημερινής πανηγυρικής συνεδρίασης που βρισκόμαστε, έχω την εντύπωση ότι περιμένετε – αλλά και θα ταίριαζε – να ακούσετε και μια πανηγυρική ομιλία, δηλαδή κάποια βαρύγδουπη διάλεξη. Όμως θα σας απογοητεύσω. Μια πολύ σύντομη παρέμβαση θα κάνω και θα εκθέσω κάποιες σκέψεις μου, πάνω στο θέμα που έχει τίτλο: Διδασκαλία και διάδοση της ποντιακής διαλέκτου.
Σας ευχαριστώ για την τιμητική πρόσκλησή σας να μιλήσω στο συνέδριό σας αυτό για την ποντιακή διάλεκτο, τη διάλεκτό μας. Θα το πω, για άλλη μια φορά, ότι από το 1964, όταν πρωτοδημοσίευσα τη μικρή μελέτη μου με τίτλο “Ποντιακά γραμματικά” στο Αρχείον Πόντου δεν έπαψα μέχρι σήμερα να ενασχολούμαι με την ποντιακή, και από επιστημονικό ενδιαφέρον και γιατί εξακολουθεί να αποτελεί για μένα διαρκή πηγή συγκίνησης.

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Θέλω να σας καθησυχάσω. Δε θα σας μιλήσω – όπως συνηθίζω στα τελευταία χρόνια- για τον αφανισμό της ποντιακής, που, έτσι κι αλλιώς, θα γίνει κάποτε (είναι κάτι που ασφαλώς σε κανένα μας δεν αρέσει αλλά θα συμβεί δυστυχώς αναπότρεπτα). Και δε θα το κάνω όχι για να μη φανώ δυσάρεστος ούτε για να μη σας απογοητεύσω. Απλώς θέλω να εκμεταλλευτώ τη σημερινή περίσταση, όπου έχω την ευκαιρία, μπροστά σε ένα ακροατήριο εκλεκτών εκπαιδευτικών, να μιλήσω για θεωρητικά και πρακτικά θέματα που έχουν σχέση με τη διδασκαλία και διάδοση της ποντιακής διαλέκτου.
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Εμείς οι Πόντιοι, ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουμε, ακόμα, είναι η ορμητικότητα που μας διακρίνει όταν είναι να ασχοληθούμε με ό,τι αφορά κάποιο στοιχείο του πολιτισμού μας. Θέλω να αναφερθώ, συγκεκριμένα, στο θέμα της επιβίωσης της διαλέκτου μας. Μόλις αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι βαίνει μοιραία προς εξαφάνιση -όπως και όλες οι διάλεκτοι, όλου του κόσμου, έτσι λένε όλοι οι γλωσσολόγοι, ΄Ελληνες και ξένοι, Πόντιοι και μη – πέσαμε όλοι, με μια πρωτόγνωρη σύμπνοια και με ιδιάζοντα ζήλο να τη διασώσουμε από τον αφανισμό. ΄Ετσι βλέπουμε τα ποντιακά σωματεία όλης της χώρας - και δεν είναι λίγα –, στην προσπάθεια αυτή της διάσωσης της διαλέκτου, να συμπεριλαμβάνουν στις διάφορες δραστηριότητές τους (συγκρότηση χορευτικών, θεατρικών και άλλων ομίλων) και την οργάνωση μαθημάτων της ποντιακής διαλέκτου. (Εδώ να παρατηρήσω ότι και η θεματολογία του παρόντος συνεδρίου, με τις διάφορες προτάσεις διδασκαλίας που παρουσιάζονται, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τάσης αυτής.) Σπεύδω να σημειώσω ότι ο ζήλος αυτός, κατ' αρχήν, δεν είναι κακός. Μακάρι με τον ίδιο ζήλο και άλλοι διαλεκτόφωνοι ΄Ελληνες να είχαν επιδοθεί στη διάσωση της διαλέκτου τους και να μην είχαν δεχτεί ως μοιραία την επελθούσα εξαφάνισή της. Δεν υποστηρίζω ότι η διάσωση των διαλέκτων και ιδιωμάτων είναι εφικτή. Πιστεύω, όπως και όλοι όσοι ασχολήθηκαν με το ζήτημα της βιωσιμότητας των διαλέκτων, ότι κάποτε θα έρθει η ώρα του αφανισμού τους. Γιατί υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, πέρα από τη βούληση των ομιλητών, οι οποίοι επιδρούν καταλυτικά στο θέμα της εξαφάνισής τους, όπως είναι η περιορισμένη χρηστικότητά τους, η έλλειψη ομιλητών, οι καταλυτικές επιδράσεις της κοινής γλώσσας, ιδίως σήμερα την εποχή της τηλεόρασης, κ.ά. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι από τη στιγμή που μια γλωσσική μορφή έπαψε να αποτελεί γλώσσα επικοινωνίας – οπότε λόγοι λειτουργικοί θα επέβαλλαν τη χρήση της - είναι μοιραίο να αφανίζεται σιγά σιγά και να καταντήσει με τον καιρό μουσειακή γλώσσα, γλώσσα νεκρή.
Το θέμα είναι – για να φύγουμε από τις δυσάρεστες αυτές σκέψεις περί αφανισμού – ότι με μια συντονισμένη παμποντιακή προσπάθεια είναι δυνατόν να παραταθεί όσο γίνεται περισσότερο ο χρόνος του βίου της. Αυτό μπορεί – όσο μπορεί, τελοσπάντων – να επιτευχθεί κυρίως, κυριότατα, με συστηματική διδασκαλία και προώθηση της ποντιακής. Για άλλες παραμέτρους που επηρεάζουν το θέμα της βιωσιμότητας της διαλέκτου, όπως η μη απαξίωσή της από τους ομιλητές, η εμμονή στη χρήση της, η μη χρησιμοποίηση άλλων γλωσσικών μορφών κατά την επικοινωνία μας κττ. δεν μπορώ να κάνω λόγο, γιατί αυτές οι παράμετροι εξαρτώνται από παράγοντες που βρίσκονται πέρα και έξω από τη βούληση των ατόμων, είναι κοινωνικοί και, άρα, επηρεάζουν τον καθέναν από τους ομιλητές της ποντιακής.
Στο σημείο αυτό, της διδασκαλίας και διάδοσης της ποντιακής διαλέκτου, θα επιθυμούσα να συζητήσω, με πολλή συντομία, σχεδόν επιγραμματικά, τα εξής θέματα:
α) Ο οργανωτικός φορέας της προσπάθειας.
β) Σε ποιους θα απευθύνονται τα μαθήματα.
γ) Ποια θα είναι η μεθοδολογία της διδασκαλίας.
Για τον οργανωτικό φορέα της προσπάθειας έχω ήδη εκφραστεί τον περασμένο Μάιο σε ένα λαμπρό διήμερο συνέδριο για την ποντιακή διάλεκτο, που οργάνωσε η Παμποντιακή Ομοσπονδία της Ελλάδας (ΠΟΕ) στην Καστοριά. Πρέπει να είναι φορέας με πανελλήνια εμβέλεια, και δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον από την ΠΟΕ, η οποία ξέρω ότι επιθυμεί να θέσει σε υψηλή προτεραιότητα τη διεκπεραίωση της προσπάθειας αυτής. Με την οργανωτική φροντίδα της ΠΟΕ να ετοιμαστεί μια σειρά διδακτικών βιβλίων για την ποντιακή διάλεκτο, τα οποία θα συνοδεύονται από ηχητικό υλικό και θα αποδίδουν τη σύγχρονη μορφή της ποντιακής, όπως μιλιέται σήμερα στην Ελλάδα, μετά από 90 χρόνια από την έλευση των προγόνων μας από τον Πόντο. Τα βιβλία αυτά θα είναι γραμμένα σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις της διδακτικής των γλωσσών. Τα βιβλία θα γραφτούν από έμπειρους εκπαιδευτικούς, καθηγητές ή/και δασκάλους, που θα κατέχουν τη σύγχρονη διδακτική της γλώσσας και, φυσικά, θα ξέρουν και θα μιλάνε ποντιακά. Η διαδικασία της εξεύρεσης των κατάλληλων συγγραφέων αφορά την ΠΟΕ (π.χ. θα κάνει γενική προκήρυξη/ανακοίνωση ή προσωπική αναζήτηση;) και στην επιλογή των προσώπων καθώς και σε άλλα σχετικά ζητήματα μπορεί, θαρρώ, να εμπλακεί και ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ποντίων Εκπαιδευτικών.
Σε ποιους θα απευθύνονται τα μαθήματα; ΄Εχω ξαναπεί ότι το ζήτημα αυτό αφορά, ουσιαστικά, το επίπεδο που αναμένουμε να έχει η γνώση της ποντιακής των υποψήφιων μαθητών μας. Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να θεωρήσουμε πως οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν, αναγκαστικά, οποιαδήποτε γνώση της ποντιακής, αγνοούν τα ποντιακά, και η διδασκαλία της διαλέκτου θα είναι διδασκαλία δεύτερης/ξένης γλώσσας, και θα γίνεται με τις μεθόδους διδασκαλίας που εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή. Γιατί είναι γνωστό στους ειδικούς ότι με διαφορετικό τρόπο διδάσκεται μια γλώσσα σε ανθρώπους που τη μιλάνε – με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε βαθμό – και με διαφορετικό σε ανθρώπους που δεν τη μιλάνε καθόλου. ΄Εχω τη γνώμη λοιπόν ότι η διδασκαλία της ποντιακής διαλέκτου πρέπει, στην περίπτωσή μας, να ξεκινά από μηδενική αφετηρία, για να έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ποια είναι αυτά τα αποτελέσματα; Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να αποβλέπουμε στο να καταστήσουμε τους μαθητές μας επαρκείς ομιλητές της ποντιακής – μακάρι να μπορούσε να γίνει κι αυτό – αλλά στο να κατακτήσουν την ποντιακή σε βαθμό που να μπορούν να καταλαβαίνουν κάτι που λέγεται στα ποντιακά και να μπορούν να εκφράζονται στοιχειωδώς σε αυτά. [ Στο σημείο αυτό να μου επιτρέψετε να ανοίξω μια παρένθεση. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν – και πολλοί μάλιστα, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα – Πόντιοι στην καταγωγή, ηλικιωμένοι, όχι νεαροί, οι οποίοι όχι μόνο δε μιλούν ποντιακά αλλά δεν είναι σε θέση ούτε και να καταλάβουν μια απλή φράση στην ποντιακή. Αυτό το γεγονός το βίωσα και το βιώνω από την κεντρική θέση μου ως Προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών εδώ και πολλά χρόνια. ΄Οσο κι αν αυτό είναι αδιανόητο, έχει την εξήγησή του. Την έδωσα σε μια ομιλία μου στους “Αργοναύτες-Κομνηνούς της Καλλιθέας το 1990. Είχα σημειώσει τότε: “Οι Ελλαδίτες Πόντιοι, από τη δεύτερη γενιά κι εδώ, για γενικότερους λόγους κοινωνικής ευδοκίμησης, [την ποντιακή διάλεκτο] ή δεν τη μάθαμε καθόλου ή, όσοι τη μάθαμε, την αφήσαμε – συνειδητά πιο πολύ – σε αχρησία. ΄Ετσι φτάσαμε στο σημείο σήμερα να αρχίζουν να σπανίζουν οι Πόντιοι που μιλούν ή καταλαβαίνουν την ποντιακή.” Και συμπλήρωσα τότε: “Είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν σταθερά ότι οι Πόντιοι είμαστε πρώτα ΄Ελληνες και ύστερα Πόντιοι. ΄Ομως πιστεύω ότι αυτή τη δεύτερη ιδιότητά μας μπορεί να τη δηλώνει με τον αντιπροσωπευτικότερο τρόπο, η γνώση της ποντιακής – έστω και σαν κατανόηση, αν όχι σαν ομιλία”. Και είχα καταλήξει:”Στο κάτω κάτω
Ο Πόντιον ντο κ' εγροικά τα ποντιακά, ντό Πόντιος έν';”
Μπορεί να πει κανείς: Και τι έγινε που δεν ξέρει κανείς ποντιακά, αφού ξέρει και μιλάει καλά την κοινή νεοελληνική; Ασφαλώς ο κόσμος δε χάνεται. ΄Ομως – για να αφήσουμε κατά μέρος τα της ιδιοπροσωπίας μας, που εναργέστατα δηλώνεται με τη γνώση της διαλέκτου μας – και μόνο αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο λόγος μας μπορεί να ποικίλλεται με κάποια διαλεκτικά εκφραστικά στοιχεία, τα οποία του δίνουν αμεσότητα και παραστατικότητα, καταλαβαίνουμε τι χάνουμε. Γιατί άλλο είναι να λες, στην κατάλληλη στιγμή, την παροιμία “πρώτα ώβασον κ' επεκεί κακάντσον” και άλλο να χρειάζεται να την επεξηγήσεις: “Οι Πόντιοι έχουν μια παροιμία που λέει ότι η κότα πρώτα πρέπει να κάνει το αβγό και μετά να κακαρίσει” - καταλαβαίνετε ότι η διαλεκτική φράση έχασε την αμεσότητα και εκφραστικότητά της. Κλείνει η παρένθεση.] Αυτό, η κατανόηση μιας φράσης στα ποντιακά και κάποια, στοιχειώδης έστω, έκφραση στην ποντιακή διάλεκτο, αποτελεί επαρκή και, κατά τη γνώμη μου, εφικτό στόχο της προσπάθειας αυτής – υπό τον απαράβατο και αυτονόητο όρο ότι θα έχει προηγηθεί η άρτια οργάνωση και συντονισμός της προσπάθειας (κατανομή των κέντρων διδασκαλίας σε όλη τη χώρα, επιλογή και επιμόρφωση του διδακτικού προσωπικού – επαναλαμβανόμενη περιοδικά -, επιλογή των μαθητών εκείνων που πραγματικά επιθυμούν να παρακολουθούν, ει δυνατόν, ανελλιπώς τα μαθήματα κτλ.).
Τέλος σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία της διδασκαλίας της ποντιακής, θα πω, αυτή τη στιγμή, μονάχα ότι πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις μας για τη διδακτική των ομιλούμενων γλωσσών. Αυτό σημαίνει απλά ότι βασική αντίληψή μας είναι η διδασκαλία να μην είναι περί της γλώσσης, δηλαδή να μη φορτώνουμε το μαθητή με ποικίλες πληροφορίες για την ποντιακή διάλεκτο (γραμματικούς κανόνες για την κλίση των διαφόρων μερών του λόγου, του ουσιαστικού, του επιθέτου, του ρήματος, των αντωνυμιών, συντακτικούς κανόνες εκφοράς του λόγου στην ποντιακή κττ.). Με βάση την αντίληψη ότι γνώση μιας γλωσσικής μορφής σημαίνει χρήση και ομιλία της (και όχι γνώση γραμματικών ή συντακτικών κανόνων), η διδασκαλία αποβλέπει στο να συνηθίσει ο μαθητής να χρησιμοποιεί αυτή τη γλωσσική μορφή, την ποντιακή διάλεκτο εν προκειμένω, μέσα σε διάφορες πραγματικές καταστάσεις επικοινωνίας. Με απλά λόγια, να τη μιλάει, σε περιβάλλον που ταιριάζει να τη μιλήσει. Αυτό σημαίνει ότι ο διδάσκων αποφεύγει τη συσσώρευση γνώσεων για την ποντιακή (όπως π.χ. ότι η ποντιακή είναι έτσι κι αλλιώς, ότι διασώζει πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής, ότι είναι κατευθείαν απόγονος της αρχαίας ιωνικής διαλέκτου, ότι διαφέρει σε πολλά από τις άλλες νεοελληνικές διαλέκτους κττ.). ΄Οχι αυτά. Αλλά: Αυτή η φράση στην ποντιακή λέγεται έτσι, το “τι κάνεις;” το λέμε “ντό εφτάς” ή “ντ' έφτας” ή “ντό φτας”, το “πώς είσαι;” το λέμε “πώς είσαι”, το “έρχεσαι απ' το σχολείο” το λέμε “έρχεσαι α σο σκολείον” κτλ.
Θα παρείλκε να μπω σε λεπτομέρειες του τύπου αν η διδασκαλία πρέπει να αφορμάται από κείμενα, και τι είδους κείμενα, λογοτεχνικά ή επιστημονικά ή δημοσιογραφικά κττ. Στα θέματα αυτά έχουν δοθεί, εδώ και πολλά χρόνια, απαντήσεις, και αυτόν τον τρόπο διδασκαλίας της ποντιακής διαλέκτου πρέπει κι εμείς να ακολουθήσουμε, έχοντας πάντα στο νου μας το αξίωμα ότι η γνώση μιας γλώσσας είναι γλωσσική πράξη, ομιλία και χρήση, και όχι πληροφορίες περί αυτής.
Τέλος να σημειώσω, για να μην παρεξηγηθώ, ότι δεν αποκλείω απολύτως τη χρήση γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, τη χρήση γραμματικής ή συντακτικού. Θα χρειαστεί να τα χρησιμοποιήσουμε, με φειδώ, ίσως σαν βιβλία αναφοράς κάθε φορά που κρίνουμε σκόπιμο ο μαθητής μας να αποκτήσει εποπτική εικόνα της παραδειγματικής διάστασης ενός φαινομένου. Ο όρος που τίθεται εν προκειμένω είναι ότι τα βιβλία αυτά δεν είναι διδακτικά βιβλία - γιατί αποδείχτηκε ότι δε μαθαίνεται η γλώσσα διά της γραμματικής ή του συντακτικού, - αλλά απλά βοηθήματα της διδασκαλίας.
Για να κλείσω τη σύντομη αυτή ομιλία μου, δε θέλω να υποτιμήσω ούτε την προσπάθεια ούτε την καλή προαίρεση ούτε το ζήλο όλων εκείνων που έχουν αναλάβει ώς τώρα να διδάξουν την ποντιακή. Τους θεωρώ άξιους συγχαρητηρίων για όσα έκαναν ή κάνουν. Εκείνο που θέλω απλώς να υπογραμμίσω, αυτή τη στιγμή, είναι ότι, για να φέρει η προσπάθεια αυτή το ποθούμενο αποτέλεσμα, τη διάδοση της χρήσης της ποντιακής διαλέκτου, είναι ανάγκη ο ζήλος και η καλή προαίρεση να συνοδεύονται και από τη γνώση της σύγχρονης διδακτικής μεθοδολογίας των ομιλούμενων γλωσσών, όπως είναι η ποντιακή.
Σας ευχαριστώ.